Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27/08/2022

ΟΜΙΛΙΑ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ «ΚΑΠΟΤΕ ΠΕΡΑΣΑΝ ΚΙ ΑΥΤΟΙ» ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑ 14.12.2018

 ΟΜΙΛΙΑ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ «ΚΑΠΟΤΕ ΠΕΡΑΣΑΝ ΚΙ ΑΥΤΟΙ»

ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑ 14.12.2018

ΜΟΥΣΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΗΛΙΟΥΠΟΛΗΣ

 

Πρόσφατα μάζεψα τις λίγες ελιές ου έχω στο χωριό του πατέρα μου, εκεί που μεγάλωνα τα καλοκαίρια, στο Μοναστηράκι των Μυκηνών. Ήταν μια όμορφη ηλιόλουστη μέρα, ύστερα από την πρωινή βαριά βροχή. Μόλις τελειώσαμε, κοίταξα τα κλαδεμένα δέντρα που με τους βαρείς κορμούς τους ικέτευαν για την επόμενη συγκομιδή και τότε θυμήθηκα μια φουντωτή αλεπού που κάποτε σε μια ανάλογη περίσταση συλλογής, με κοίταξε «με μισό μάτι», σα να μου έλεγε ή μάλλον να μου έγνεφε με δυσφορία: «πάρε δρόμο από το χωράφι μου».

Γιατί κατά την άποψή της απ’ ότι φαίνεται το χωράφι ανήκε σε αυτήν και στα παιδιά της και όχι σε εμένα. Και εγώ ήμουν ένας απλός κάτοχος!

Ένα χωράφι λοιπόν, μια χώρα, ένας τόπος δεν ανήκει μόνο στους ανθρώπους όπως οι ίδιοι νομίζουν, μα και σε όλα τα έμβια και όλα τα άψυχα που έχουν μια άλλη μορφή ψυχής και όπου όλα μαζί με εμάς τους ανθρώπους αποδεικνύουν, όσο μπορεί κανείς να αποδείξει την ύπαρξη της ζωής.

Έπειτα θυμήθηκα μια κουβέντα με τον μακαρίτη τον πατέρα μου, εκεί κοντά στην δεκαετία του ’70. Είχαμε και τότε πάλι «ξεπεζέψει» από τις ελιές και εγώ, μαθητής τότε, περηφανεύτηκα για το χωράφι μας, που μέσα σε αυτό υπάρχουν αρχαίοι μυκηναϊκοί τάφοι.

«Άκου» μου λέει εκείνος, «βλέπεις τους τάφους»….. «για φαντάσου από την εποχή του Αγαμέμνονα πόσοι ισχυρίστηκαν πως το χωράφι αυτό είναι δικό τους! Ένα να ξέρεις… τα πράγματα ανήκουν πάντα στο παρελθόν»…

Τα χρόνια πέρασαν, μεγάλωσα, ωρίμασα πια τόσο ώστε πλέον να κατανοώ πως το παρελθόν δεν είναι τίποτα άλλο παρά το παρόν σε μετάφραση και το μέλλον δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αντανάκλαση του παρελθόντος!

Γι’ αυτό πολύ εύστοχα ο κλασικός φιλόλογος και ιστορικός Σαράντος Καργάκος έχει γράψει :

«Προσέξτε, κανείς δεν γνωρίζει τι του επιφυλάσσει το παρελθόν».

Νομίζεις πως ξέρεις και ζεις με αυτή την ψευδαίσθηση και έρχεται ύστερα το παρελθόν κάποια στιγμή και στου υποδεικνύει μια διαφορετική ρότα και σε βάζει στη θέση σου.

Γι’ αυτό και εγώ θα πρόσθετα πως το πιο δύσκολο πράγμα στη ζωή είναι να προβλέψεις το παρελθόν σου!

Αυτά πέρασαν από το μυαλό μου, αμέσως μόλις διάβασα το βιβλίο του φίλου Γιώργου Στουρνάρα, ενός από τους πλέον καταξιωμένους και σεμνότερους επιστήμονες που διαθέτει η πατρίδα μας. Καθηγητής με όλη την σημασία του όρου, όχι μέλος της αγέλης των πανεπιστημιακών. Καθηγητής!!! Άνθρωπος που προώθησε την επιστήμη και την αντίκρισε, κατά τα πρότυπα των αρχαίων Ελλήνων, ως αμφιθαλή αδερφή της λογοτεχνίας.

Μα πάνω απ’ όλα είναι ο φίλος, ο δικός μου και πολλών από εδώ μέσα, αποτελεί δε σημείο αναφοράς, λεπτότητας, καλοσύνης, ευπροσηγορίας και επιστημονικής σοβαρότητας.

Από τον άνθρωπο αυτό έμαθα πολλά, οι πενιχρές μου γνώσεις όμως δεν μου επιτρέπουν να εισδύσω στο βάθος της επιστημονικής του επικράτειας. Συγκράτησα όμως δύο αρκετά για εμένα πολύτιμα διαμάντια της σκέψης του:

Το πρώτο : πως το νερό από την απαρχή της δημιουργίας μέχρι σήμερα είναι ακριβώς το ίδιο, ούτε αυξήθηκε ούτε μειώθηκε. Χαριτολογώντας μάλιστα είπε πως πίνοντας ένα ποτήρι νερό θα πρέπει να ξέρεις πως ίσως μέσα σ’ αυτό υπάρχουν μόρια του νερού μέσα στο οποίο διαλύθηκε το κόνιο που ήπιε ο Σωκράτης!

Το δεύτερο : πως τα μόρια του νερού δεν είναι ποτέ ίδια, όπως δεν είναι ποτέ ίδια και τα πρόσωπα των ανθρώπων και πως αλλάζουν όψη και σύνθεση, ανάλογα με την κατάσταση του νερού!

Αυτά μου είπε, ίσως εγώ να μην τα μεταφέρω σωστά και με τρόπο επιστημονικό αλλά νομίζω πως μπορώ να μεταφέρω την προσωπική μου συγκίνηση.

Ως προς το πρώτο, αναπόδραστα έρχεται στο νου μας η σκέψη πως η συνέχεια αυτού του νερού ταυτίζεται και εξηγεί την συνέχεια του χρόνου, την συνέχεια της μνήμης, την παντοδυναμία του παρελθόντος και την παντοδυναμία των ανθρώπων που καθένας από γενιά σε γενιά μεταφέρει είτε ως DNA που θα έλεγαν οι επιστήμονες είτε ως βαθιά ψυχή που θα έλεγαν οι ποιητές, τα στοιχεία εκείνα που λύνονται με τον θάνατο και ξαναδομούνται στην πορεία.

Το βιβλίο του Γιώργου Στουρνάρα, ένα αφήγημα όχι μόνο της οικογένειάς του αλλά και της οικογένειας της πατρίδας μας, έχει την μορφή μιας τοιχογραφίας, μα στην πραγματικότητα είναι μια τοιχογραφία με βαθιές τομές και βαθύτερες πληγές.

Οι ήρωες του βιβλίου θα μπορούσαν να είναι συγγενείς του οποιουδήποτε, οι ζωές τους πλέκονται και αποτελούν «φωτισμένα τμήματα» ενός φόντου θολού αλλά συγκεκριμένου και αυτό φωτίζεται σε κάποια σημεία χαρακτηριστικά τις ζωής των ηρώων.

Ναι, το έργο δεν αποτελεί τυπικό μυθιστόρημα αλλά είναι, δεν αποτελεί τυπικό αφήγημα αλλά είναι, δεν αποτελεί ιστορία αλλά είναι, δεν αποτελεί ποίημα και όμως είναι.

Είναι ένα τυπικό έργο, σε όποια κατηγορία και αν το κατατάξει κανείς που καταγράφει την ιστορία της πατρίδας μας όπως την έζησαν κάποιοι παλιοί που «κάποτε πέρασαν και αυτοί», κάποιοι καθημερινοί άνθρωποι που ξέρουν να γράφουν την πραγματική ιστορία της ανθρωπότητας.

Λένε πως την ιστορία την γράφουν οι ισχυροί αυτοί που την δημιουργούν, υποτίθεται αυτοί οι λίγοι που δρουν εξουσιαστικά και κυριαρχικά σε βάρος των πολλών. Αυτοί που πληρώνουν τους ιστορικούς να την γράψουν όπως εκείνοι θέλουν. Όπως ο Περικλής ο Αθηναίος που πλήρωνε τον Ηρόδοτο για να γράψει την ιστορία των Μηδικών πολέμων και να εκθειάσει τα κατορθώματα των Αθηναίων. Εκείνος όμως, χωρίς να παραλείπει να εισπράττει την αμοιβή του, παρά τις κατευθυντήριες εντολές έβαζε στο στόμα του έκπτωτου βασιλιά Δημαράτου τα κατορθώματα των Σπαρτιατών.

Έτσι και εκείνοι που νομίζουν ότι ορίζουν και γνωρίζουν την ιστορία, ότι και αν κάνουν οι πραγματικοί επιστήμονες ιστορικοί θα βρουν τον τρόπο να υπονομεύσουν της βεβαιότητές τους.

Γιατί την ιστορία την γράφουν οι λαοί, ο κόσμος της «καλύβας» όπως επιστημονικά αποτυπώνεται ο όρος και ο κόσμος του «παλατιού». Απόδειξη τα μυκηναϊκά κείμενα στις πινακίδες της γραμμικής β’. Αυτοί οι ανώνυμοι γραφιάδες, των οποίων τα δακτυλικά αποτυπώματα αποτυπώθηκαν στο πίσω μέρος των πινακίδων, αποτύπωσαν τα ονόματα των απλών ανθρώπων και όχι των βασιλιάδων. Δεν υπάρχει πουθενά το όνομα Αγαμέμνων ούτε οι άλλοι μεγάλοι άρχοντες. Υπάρχουν όμως τα ονόματα των απλών γυναικών και των ανδρών και των παιδιών, η Αλεξάνδρα και η Θεοδώρα στις Μυκήνες, η Κερασώ με το γλυκό της όνομα, η υφάντρα στην Πύλο και το ωραιότερο : ο Ατρεύς, όχι όμως ο πατέρας του Αγαμέμνονος ο βασιλιάς αλλά ένας απλός καλαθοποιός!

Η ιστορία λοιπόν είναι η επιστημονική παράθεση της αέναης διαχρονικής προσπάθειας των ανθρώπων να σηκώσουν κεφάλι. Ενώ αντίθετα, αν το δούμε από την πλευρά των ισχυρών, η ιστορία είναι η επιστημονική καταγραφή της ανθρώπινης κακοήθειας.

Διαβάζοντας το βιβλίο του Γιώργου Στουρνάρα μου ήρθαν στο νου αυτές ακριβώς οι πινακίδες της γραμμικής β’ πριν από 3.000 και πλέον χρόνια.

Στη θέση της Κερασώς και της νεογέννητης κόρης της, της Αλεξάνδρας και της Θεοδώρας, του Κρηθέα που έτρεφε το άλογό του μόνο για να καλπάζει, του Πενθέα που αγνάντευε τους αγρούς με το στάρι, του Τάζαρου που είχε δύο άλογα τον Αίολο και τον Κέλενο, υπάρχουν η Αγγέλα, ο Ζαχαρίας, ο Πάνος, η Θεανώ, ο Πέτρος, η Άννα και ο Κώστας. Και κάπου ανάμεσα στις ζωές των ανθρώπων αυτών επάνω στο κορμί τους χαράχτηκε η ιστορία της πατρίδας μας, την περίοδο μετά τους βαλκανικούς πολέμους μέχρι την προτεραία της 1ης Απριλίου του 1967.

Σίγουρα θα υπήρξε τοιχογραφία αυτής της ζωής, κάποιος συντοπίτης αυτών των ανθρώπων, που θα είχε και αυτός δύο άλογα που θα όργωναν το χωράφι του. Μόνο που αντί για Αίολο και Κέλενο, θα τα ονόμαζε Μαύρο και Λαμπίρη, που είναι ακριβώς η μετάφραση των ονομάτων των δύο αρχαίων αλόγων.

Στο βιβλίο του Γιώργου Στουρνάρα ο βαθύς πόνος της περιπέτειας που πέρασε και περνάει αυτός ο μικρός και τόσο μεγάλος τόπος που γεννηθήκαμε και θα πεθάνουμε, πόνος που παρουσιάζεται με μια χαρακτηριστική ευπρέπεια, με καλοσύνη, με γλυκύτητα και βαθύ ανθρωπισμό.

Στο βιβλίο αποτυπώνεται όχι μόνο ο πόνος των ανθρώπων αλλά και ο πόνος της γης. Όχι μόνο όταν αυτή υποφέρει, αλλά και όταν κοιλοπονάει. Και η γη κοιλοπονάει όταν οι άνθρωποι δεν αντέχουν πια τη ζοφερή τους μοίρα και αγωνίζονται να την ανατρέψουν.

Καθένας από τους φανερούς ήρωες του βιβλίου αλλά και όσοι άλλοι αφανείς ανοίγουν την πόρτα του και μπαίνουν μέσα για λίγο κι ύστερα φεύγουν ήσυχα και σεμνά είναι σα να ‘χουν ζήσει όλα τα επεισόδια, όλης αυτής της πορείας κι όχι μόνο αυτά που τους αφορούν. Ο Στέλιος με το μέτριο ανάστημα, το παιδί που πίστευε μόνο στη δουλειά, που απέδιδε τις αδικίες στην κακία των ανθρώπων, στην κακή τύχη και στην απώλεια των ευκαιριών. Που βρέθηκε στο μέτωπο της Μικρασίας, η Σοφιά με το υπέροχο χαμόγελο, κάτι ανάμεσα σε παιδικό και γυναικείο, με τα’ όμορφο πρόσωπο και με τα ίσα και δυνατά ξανθά μαλλιά της και τη γαλάζια κορδέλα που έβαζε για ν’ ανεμίζουνε. Διαβάζοντας για τη Σοφιά, που κατά τύχη έχει το ίδιο γλυκό όνομα με τη γιαγιά μου που με μεγάλωσε, για την κορδέλα της τη γαλάζια, είναι σα να βλέπεις την Κερασώ και μπορείς να τη φανταστείς κι εκείνη με μια γαλάζια κορδέλα στα μαλλιά, να τ’ ανεμίζει ο άνεμος. Ο ίδιος άνεμος, είναι βέβαιο, πως ανέμιζε τα μαλλιά και των δύο κοριτσιών, μέσα σε διάστημα τριών χιλιάδων χρόνων.

Κι όλα τα πρόσωπα του βιβλίου υπήρξαν, αυτά που γράφτηκαν κι όσα ξεχάστηκαν από τον συγγραφέα, κι αυτά ακόμα αναζητούν τη θέση τους σ’ αυτή την τοιχογραφία του Γιώργου Στουρνάρα, ενός πνευματικού ανθρώπου που ξέρει να μας εκπλήσσει και ως επιστήμων και ως λογοτέχνης.

Δεν είμαι αρμόδιος κριτικός λογοτεχνίας κι ούτε μπορώ να εκφέρω γνώμη ή κρίση για κάποιο λογοτεχνικό έργο. Ο χρόνος είναι εκείνος που αντικειμενικά θα γίνει ο κριτής όλων ημών των γραφιάδων. Εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε περισσότερο παρά να γράφουμε, όποιο κι αν θα είναι το τελικό αποτέλεσμα.

Τι μπορούμε όμως να κάνουμε; Που είναι δική μας δουλειά κι όχι του χρόνου; Να διαβάζουμε και να χαιρόμαστε. Να διαβάζουμε και να φανταζόμαστε. Να διαβάζουμε την ιστορία της οικογένειας του Γιώργου Στουρνάρα και να έχουμε το αναφαίρετο δικαίωμα να αναγνωρίζουμε τη δική μας. Να ανοίγουμε το συρτάρι του γραφείου μας, ψάχνοντας τους προγόνους μας και μέσα να βρίσκουμε εκτός από τους δικούς μας κι εκείνους του Γιώργου Στουρνάρα.

Κοντολογίς, χωρίς να υπολογίζουμε σε λογοτεχνικές αξίες και περγαμηνές που τις περισσότερες φορές είναι αποτέλεσμα συναλλαγών, να μπορούμε ευθέως να πούμε ότι ένα έργο μας άγγιξε. Και για να μας αγγίξει, δεν ξέρω αν πρέπει να είναι καλό. Εγώ νομίζω ότι πρέπει να είναι ειλικρινές!

Τέτοιο είναι το βιβλίο του φίλου μου του Γιώργου, που μου έκανε την τιμή να μου επιτρέψει όχι να κρίνω το βιβλίο του, που δεν θα μπορούσα άλλωστε, αλλά να εκφράσω την προσωπική μου συγκίνηση.

Το να γράψεις ένα βιβλίο είναι πράξη θάρρους, το έχει πει ο ζωγράφος-λογοτέχνης και λαογράφος Κυριάκος Κάσσης. Το να γράψεις ένα βιβλίο για να ζωντανέψεις την πορεία μιας οικογένειας, με λίγα λόγια την ιστορία μιας πατρίδας, με τρόπο αντικειμενικό και αισθαντικό, θέλει κουράγιο. Το να τα εκδόσεις στις μέρες μας είναι πράξη ηρωισμού.

Τελειώνοντας, ήθελα να πληροφορήσω όλους τους φίλους εδώ πως ο Γιώργος Στουρνάρας τώρα που αφίππευσε τυπικά αλλά όχι ουσιαστικά από το άρμα της επιστήμης του, είμαι βέβαιος ότι θα έχει περισσότερο να ασχοληθεί με την ερωμένη του που είναι η λογοτεχνία.

Προς απόδειξη του ισχυρισμού ήθελα να παραθέσω δύο δικά του ποίηματα, πολλά θα μπορούσα να πω γιατί όλα είναι δικά του, που βρίσκονται στο τέλος του κεφαλαίου, με τίτλο ΑΓΓΕΛΑ. Λέει, μιλώντας για τότε που ταξίδευαν με το καράβι που τους έφερνε από τη Σμύρνη…

 

Γη των πατέρων μου ζεστή

Θάλασσα αγαπημένη

Έσπασε η κόκκινη κλωστή

Στη μοίρα τυλιγμένη

Ρίζες της νιότης μου βαθιές

Κληρονομιά του πόνου

Άδειες χαμένες αγκαλιές

Στο γύρισμα του χρόνου

Ο ξεριζωμός, ο πόνος κι η αντάρα

Είναι γυρισμός σε μια παλιά κατάρα

Και στη συμφορά που βρήκε τη γενιά μου

Ούτε μια χαρά δεν φαίνεται μακριά..

 

Άιντε πάλι τα δόντια σφίξτε

Άιντε πάλι για μια φορά

Άιντε πάλι αγάπη δείξτε

Μας ενώνει η συμφορά

Άιντε πάλι τ’ άρματα ρίξτε

Θα τα ξανάβρουμε μετά

Άιντε πάλι το κεφάλι σκύψτε

Θα το σηκώσουμε μετά

Άιντε και μες στο στήθος κρύψτε

Λίγο χώμα, πολλή φωτιά

Άιντε και τον καημό σας πνίξτε

Να μη δακρύσουν τα παιδιά.

 

Δεν μπορείς να μην κομπιάσεις μ’ αυτό το ποίημα!

Μ’ αυτό το ποίημα, είχε κομπιάσει ο Άγγελος  αλλά συνέχισε ξέροντας ότι σχεδόν κανείς δεν τον ακούει πια. Γιατί όπως μας έδειξε με το βιβλίο του ο Γιώργος Στουρνάρας η προσφυγιά που είναι μέρος του γενικότερου πόνου και ζει και αναπαράγεται στην κοιλάδα της θλίψης, δεν πολεμιέται με ξόρκια ούτε μ’ ευχές και διαταγές.

Την αντιμάχεσαι με τον αγώνα σου και πολύ περισσότερο με την προσωπική σου ευαισθησία, ακόμα κι αν κάποιες φορές αναγκαστείς να ρίξεις τ’ άρματα ή να σκύψεις για λίγο το κεφάλι. Αρκεί να κρύψεις στο στήθος σου λίγο χώμα και πολλή φωτιά και να πνίξεις τον καημό και τον πόνο σου, για να κρατήσεις όρθια τα πρόσωπα που θα διαιωνίσουν το παρελθόν σου.. τα παιδιά.

  

ΜΙΑ ΒΑΘΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ (Αλέκος Αρδαβάνης, «Ανασυνειδησία»)

 ΜΙΑ ΒΑΘΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ

(Αλέκος Αρδαβάνης, «Ανασυνειδησία»)*

 

Ήρθαμε σήμερα εδώ για να συζητήσουμε για την ποίηση του Αλέκου Αρδαβάνη.

Όταν λέω Ποίηση δεν εννοώ τον εν στενή εννοία ποιητικό λόγο αλλά τη δημιουργία, την αισθητική λειτουργία μέσα από την ποιητική πράξη. Γιατί τα κομμάτια στο βιβλίο του Αρδαβάνη με τίτλο «Ανασυνειδησία» είναι αυτό ακριβώς: σπαράγματα!

Κομμάτια ζωής, από την παιδική του ηλικία μέχρι την ηλικία του μεσήλικου, όπως το διατυπώνει στα σημειώματά του.

Μεγαλώσαμε μαζί, εγώ θα τον έλεγα νέο, αυτός μου τα χαλάει με το μεσήλικος και το χειρότερο παρασέρνει και μενα!

Αυτά που βρέθηκαν μέσα στο παρόν βιβλίο δεν είναι παρά κομμάτια μιας γενικότερης αφήγησης, που απλώς περνάει χωρίς ν’ αφήσει αποτυπώματα. Μόνο όσα προλαβαίνει κανείς ν’ αρπάξει από τον λαιμό μπορεί να καθυποτάξει στις σελίδες ενός βιβλίου. Τα υπόλοιπα γράφονται στο μυαλό και στην καρδιά μας, στις διηγήσεις και τις αφηγήσεις μας, στη σιωπή μας, που όσο περνά ο καιρός γίνεται βαθύτερη!

 Μιλάμε για την ουσία της ποίησης του Αλέκου Αρδαβάνη. Όπως γίνεται όμως για κάθε δημιουργό, συζητάμε για την ουσία της ζωής. Για τα συμβάντα και τα συμβαίνοντα που γεννάνε μέσα μας την ουσία της Ποίησης. Γι’ αυτά που ζωντανεύουν και ξαναζωντανεύουν, για να μας αφηγηθούν ότι η Ποίηση δεν είναι μια ωραία κοιμωμένη που αφορά λίγους τρελούς, ιδιόρρυθμους ή βολεμένους, αλλά είναι, όπως το λέει ο Πάμπλο Νερούδα: «Μια πράξη περαστική και επίσημη, όπου μπαίνουν ζευγαρωτά και μετρημένα η μοναξιά και η αλληλεγγύη, το αίσθημα και η δράση, η εσωτερικότητα και η αποκάλυψη της Φύσης».

Κι ακόμα ότι κάθε τι, ο άνθρωπος και η σκιά του, ο άνθρωπος και η κίνησή του, ο άνθρωπος και η ποίηση του, είναι στηριγμένο σε μια κοινότητα, κάθε φορά και πιο εκτεταμένη, σε μιαν άσκηση που θα συγκροτήσει για πάντα μέσα μας την πραγματικότητα και τα όνειρα. Γιατί από τη ζωή βγαίνει το δίδαγμα ότι ο ποιητής πρέπει να μάθει από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Κι ότι δεν υπάρχει μοναξιά απόρθητη. Κι ότι όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο ίδιο σημείο: στην ανακοίνωση αυτού που είμαστε.

Η ποίηση του Αλέκου Αρδαβάνη είναι φαινομενικά πεζή και ενίοτε σου δίνει την εντύπωση ότι επαναλαμβάνεται. Στην πραγματικότητα, όμως, εάν προσέξεις τίποτε δεν είναι ίδιο. Σε όλα όμως κραυγάζει η μοναξιά και η σιωπή, η μοναξιά και ο λόγος, η μοναξιά και η πίκρα, η μοναξιά και η χαρά, ιδιαίτερα στον Αλέκο πάντα σύντομη! Είναι όμως μια μοναξιά που διασχίζεται.

Είναι ανάγκη να διασχίσεις τη μοναξιά και την τραχύτητα, την ανεπικοινωνία και τη σιωπή, για να φτάσεις στο μαγικό μέρος όπου μπορούμε να χορέψουμε αδέξια ή να τραγουδήσουμε με μελαγχολία. Αυτόν τον χορό, το τραγούδι της συνείδησης: της συνείδησης να είσαι άνθρωπος και να πιστεύεις στην κοινή μοίρα.

«Δεν υπάρχει μεγαλύτερη έκταση από εκείνη που αιμορραγεί» λέει ο Πάμπλο Νερούδα. Ως έκταση νοείται ο τόπος καταγωγής, το λίκνο των παιδικών χρόνων, η ωριμότητα, τα γηρατειά μας, τα μνήματα των γονιών μας, τα σχολεία των παιδιών μας. Ο αέναος κύκλος που καταλήγει στη σιωπή και πάλι στον λόγο.

Ποιο είναι το είδος της ποίησης που υπηρετεί ο Αλέκος Αρδαβάνης; Εγώ δεν ξέρω ν’ απαντήσω, ούτε το επιχειρώ ποτέ, γιατί καθένας εν’ ενεργεία γραφιάς δυσκολεύεται να δώσει τον ορισμό της Ποίησης. Το ίδιο δύσκολο για κάποιον εν ενεργεία εραστή να δώσει τον ορισμό του Έρωτα. Οι ορισμοί είναι μάλλον προνόμιο των απομάχων. Εγκαταλείποντας την πρώτη γραμμή του πυρός, έχεις τον χρόνο να παραστήσεις τον σοφό!

Εγώ νομίζω πως κανένας δεν μπορεί να κρίνει κανέναν. Μόνο ο χρόνος νομιμοποιείται να κρίνει την τέχνη.

Κάθε μορφή τέχνης, πολύ περισσότερο η Ποίηση, όπως και η Φιλοσοφία είναι μελέτη θανάτου, άρα μελέτη ζωής. Μπορεί ένας θνητός να ορίσει; Τολμώ να απαντήσω ευθέως: Όχι! Για τούτο ο Σωκράτης και οι Πυθαγόρειοι υποστήριζαν πως οι θνητοί δεν μπορεί να είναι σοφοί παρά μόνο φίλοι της σοφίας, άρα φιλόσοφοι.

Η Ποίηση είναι, επίσης, μελέτη του έρωτα, αισθητική των μεγάλων εννοιών που δεν θα κατανοηθούν παρά τις φιλότιμες προσπάθειες ιδεαλιστών και υλιστών, επιστημόνων και φιλοσόφων.

Στο σημείο αυτό νιώθω την ανάγκη να πω τα εξής: Θα ήταν δύσκολο να παραστήσω τον κριτικό του έργου του Αλέκου για έναν ακόμα λόγο, γιατί διάκειμαι υποκειμενικά απέναντί του. Έχουμε γεννηθεί μαζί, ξαδέρφια αλλά στην ουσία αδελφοί, έχουμε μεγαλώσει μαζί, έχουμε παίξει μαζί, έχουμε πειραχτεί, έχουμε στα πρώτα μας χρόνια λίγες φορές πλακωθεί στο ξύλο. Στο βάθος συμφωνούμε μα στην επιφάνεια πολλές φορές έχουμε διαφωνήσει πχ ο Αλέκος όπως λέει στο βιβλίο του ήταν πάντα Ολυμπιακός ενώ εγώ Παναθηναϊκός. Εγώ φλερτάροντας στα πρώτα μου χρόνια με το ΚΚΕ, το οποίο ποτέ δεν παντρεύτηκα, εκείνος με το ΚΚΕ Εσωτερικού.

Όπως βλέπετε οι διαφωνίες μας υπήρξαν πάντοτε σοβαρές και κεφαλαιώδεις!

Σ’ ένα κομμάτι, στη σελ. 22 του βιβλίου με τον τίτλο: «Από την παιδική αμεριμνησία στην υπερήλικη σιωπή» καταλαμβάνεται με τρόπο αναπάντεχα συνοπτικό όλη η κοινή μας βίωση. Αναφέρει μέσα την αγωνία του όταν με παρέσυρε να περάσουμε έναν μεγάλο αγωγό ομβρίων υδάτων πίσω από το σχολείο μας. Πράγματι, ο κίνδυνος ήταν σοβαρός γιατί ο αγωγός ήταν κατασκότεινος, γεμάτος ψόφια ζώα, ίσως και φίδια και χωρίς πολύ οξυγόνο. Έλα όμως που έπρεπε να αναπαραστήσουμε τη στιγμή που ο Γιάννης Αγιάννης κατεβαίνει στους υπονόμους του Παρισιού κυνηγημένος από τον Ιαβέρη.

Δεν ανέφερε όμως κάτι ακόμα, ότι με παρέσυρε κι ανεβήκαμε στα Γεράνεια πάνω από το Λουτράκι και χαθήκαμε τη νύχτα και μας έψαχνε η μάνα μου και στο τέλος μας κατέβασαν με μαλώματα οι αστυνομικοί του Λουτρακίου.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του Αλέκου είναι ότι δεν κρύβει τίποτα. Θα πρέπει να γνωρίζετε ότι όταν του λέτε κάτι υπάρχει ο κίνδυνος να το μετατρέψει σε ποίημα. Εδώ έφτασε στο σημείο στο ίδιο κείμενο να αποτυπώσει ποιητικά και υπέροχα ακόμα και τις χυλόπιτες που τρώγαμε!

Γράφει: «…και να βολτάρει μαγεμένος αυτοδίδακτος οδηγός, να στήνεται σε κοντινές γωνίες, με τον ξαδερφό του, ματαίως περιμένοντας άνηβα κορίτσια». Διορθώνω μόνο δύο σημεία: όχι πάντα άνηβα κορίτσια και όχι πάντα ματαίως. Αλλά βέβαια ο Αλέκος είναι σεμνός.

Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινίσω και κάτι άλλο. Για μενα ο Αρδαβάνης είναι Αλέκος και όχι Αλέξανδρος και θα σας πω γιατί. Η λέξη Αλέκος έχει χαραχτεί στην ψυχή και στη συνείδησή μου. Όταν πηγαίναμε κάπου με την οικογένειά μου η μάνα μου έλεγε: «να πάρουμε και τον Αλέκο». Κι όταν εκείνοι πήγαιναν η δική του έλεγε: «θα πάρουμε και τον Νίκο». Έτσι γίναμε αδέλφια, ως Αλέκος και Νίκος, κι όχι ως Αλέξανδρος και Νικόλαος.

Ο δεύτερος λόγος είναι πιο φιλολογικός. Αλέξανδρος σημαίνει αυτός που προστατεύει ή υπερασπίζεται τους άνδρες του- τους στρατιώτες του. Προέρχεται από το ρήμα αλέξω που σημαίνει υπερασπίζομαι, εξ ου αλεξικέραυνο, αλεξίπτωτο κλπ. Το θέμα είναι αλεκ- απ’ όπου προέρχεται και το Αλέκος, άρα το Αλέκος είναι πιο γενικό από το Αλέξανδρος, αφού προστατεύει όχι μόνο τους άνδρες αλλά και τις γυναίκες. Και δεν άκουσα ποτέ καμιά γυναίκα να έχει σχετικό παράπονο.

Τώρα, λοιπόν, θέλω να σας πω τις σκέψεις που γεννήθηκαν στο μυαλό μου διαβάζοντας το βιβλίο του Αλέκου Αρδαβάνη.

-Ότι η Ποίηση είναι τραγούδι. Λέξεις που ανάμεσά τους υπάρχει σπινθήρας, λέξεις θηλυκές και αρσενικές. Δεν υπάρχουν ουδέτερα στην Ποίηση. Λέξεις που τραγουδούν όταν σωριάζονται σε ερείπια, όταν βιώνουν τον πόνο, την απώλεια, την ξενιτιά, την ανημπόρια, τα γηρατειά, το ανεκπλήρωτο.

Στα 1979 ο ομιλών είχε εκδόσει το πρώτο του ποιητικό βιβλίο με τίτλο «Οι Μυγδαλιές του Χειμώνα» και είχε συμπεριλάβει ένα ποίημα για τον θάνατο του πατέρα του. Δέκα χρόνια μετά, Αύγουστος του 1989, ο Αλέκος Αρδαβάνης που έχασε και εκείνος τότε τον πατέρα του, του είπε: «Τώρα ένιωσα το ποίημα».

-Ότι όπως κάθε μορφή τέχνης είναι κι αυτή δημιούργημα της ανθρώπινης συλλογικότητας. Της πράξης και των συναισθημάτων μέσα στον χωροχρόνο. Χωρίς αυτά, χωρίς τον ανθρώπινο πόνο, δεν υπάρχει ποίηση. Κάθε τι οργανικό ή ανόργανο, με τον λόγο παίρνει ζωή συμμετέχοντας στον ατέλειωτο κύκλο φθοράς και γέννησης. Τίποτα το μαγικό ή θεϊκό, τίποτα το ακατανόητο. Ο ποιητής δεν κάνει τίποτα περισσότερο από αυτόν που δουλεύει την πέτρα. Όπως ο πετράς βάζει τους λίθους προσεκτικά, αλλά και όμορφα, το ίδιο κάνει και ο ποιητής με τις λέξεις του. Και όπως το γερό και το όμορφο σπίτι στεγάζει τις ανθρώπινες ανάγκες, έτσι και το ποίημα στεγάζει γερά και όμορφα τη σκέψη και τα συναισθήματα. Γι’ αυτό η τέχνη ήταν και είναι κοινωνική, άρα κοινωνική αξία και όχι παράδοξη ενασχόληση αυτάρεσκων διανοητών.

Γι’ αυτό τα αυταρχικά καθεστώτα κυνηγούν ή (το ισοδύναμο) αγνοούν τους ποιητές. Γι’ αυτό η ποίηση «διδάσκεται» στα σχολεία με άθλιο τρόπο. Γι’ αυτό βασανίζουν τα παιδιά αντί να τα κάνουν να την αγαπήσουν ως δημιούργημα παγκοσμίως λαϊκό, ως καταφυγή στον πόνο, στον έρωτα, στον θάνατο.

-Ότι η Ποίηση είναι περίπου ένας κόσμος αυθαίρετος κι απόλυτα πραγματικός, όπως η Θεωρία της Σχετικότητας, η Θεωρία των Υπερχορδών, η Θεωρία του Μπιγκ Μπανγκ (Big Βang).

-Ότι μόνο ερωτήματα υπάρχουν. Οι απαντήσεις, δυστυχώς, έχουν πάντα θρησκευτικό χαρακτήρα είτε επιστημονικές είτε αισθητικές. Ερωτήσεις αναπάντητες στον αιώνα, που αναπαράγουν ερωτήσεις κι έτσι πηγαίνουμε.

-Ότι οι ατέλειες και οι ψευδαισθήσεις που τις ονομάζουμε επιστήμες ή θρησκείες και η ανάγκη να ακουμπήσουμε κάπου, γεννούν τις απαντήσεις που ανατρέπονται για να δώσουν τη θέση τους σε άλλες, το ίδιο αυθαίρετες, το ίδιο ωραίες με τις προηγούμενες.

-Ότι η Ποίηση είναι η Θεωρία των Αντιθέτων, του ζεστού και του κρύου, της χαρμολύπης, της θανατοζωής. Κι ο Έρωτας που είναι ποίηση, σε αφήνει να αναρωτιέσαι αιώνια αν αγάπησες κι αν αγαπήθηκες.

-Ότι η Ποίηση είναι κάτι που χωρίς αυτό θα πεθαίναμε σαν τους σκύλους. Εκτός κι αν οι σκύλοι έχουν κι αυτοί ποίηση. Αν έχουν, είναι βέβαιο πως θα είναι καλύτερη από τα κρύα και νεκρά κείμενα που συνήθως εμείς ονομάζουμε ποίηση. Μουσικότερη από τα άνοστα κείμενα που συνήθως βραβεύουν οι παρέες των «ειδικών» λογοτεχνίας.

-Ότι η Ποίηση εν τέλει είναι πράγμα επικίνδυνο. Αυτός που γράφει κινδυνεύει να πάθει ό,τι έπαθε ο ποιητής Ασημάκης Πανσέληνος όταν νέος στην πατρίδα του τη Μυτιλήνη κλήθηκε από τον διοικητή χωροφυλακής για συστάσεις.

Του είπε εκείνος:

«Βρε παιδί μου έχεις φάκελο που λέει ότι είσαι φοιτητής… πάει στο διάολο. Λέει επίσης ότι είσαι κομμουνιστής… πάει στο διάολο κι αυτό, μια ιδέα είναι, κάποιοι μάλιστα λένε πως κι ο Χριστός ήταν. Το χειρότερο όμως είναι πως γράφει ότι είσαι λογοτέχνης… Εσύ, παιδί ενός σοβαρού εμπόρου να κάθεσαι να φτιάχνεις λογοτεχνίσματα… Κοίταξε ν’ αλλάξεις, να φύγεις από τον κακό δρόμο». (Έλλη Αλεξίου «Υπό εχεμύθειαν»)

Μάλλον εκείνος ο χωροφύλακας είχε δίκιο. Το να είσαι λογοτέχνης μπορεί να είναι πιο επικίνδυνο από το να είσαι κομμουνιστής.

 Σήμερα, λοιπόν, πιο πολύ από κάθε άλλη φορά είναι αναγκαίο να σταλάξει μέσα μας ο βαθύς αισθητικός ανθρωπισμός που ξέχειλος μας προσφέρεται μέσα από το βιβλίο του αγαπημένου μου εξ αίματος συμπορευτή.

 *Απόσπασμα από την Παρουσίαση του βιβλίου «Ανασυνειδησία», του Αλέκου Αρδαβάνη, στη Στοά του Βιβλίου, στις 26 Νοεμβρίου 2018

 

 

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΒΛΟ ΝΕΡΟΥΔΑ

 Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΒΛΟ ΝΕΡΟΥΔΑ


 Συγκεντρωθήκαμε σήμερα εδώ για να συζητήσουμε για την ποίηση του Νερούδα. Αισθάνομαι όμως ότι ο μεγάλος λατινοαμερικανός θα ήθελε να μας δει να συζητάμε με την ουσία της ζωής. Για τα συμβάντα και τα συμβαίνοντα που γεννάνε μέσα μας την ουσία της Ποίησης. Γι’ αυτά που ζωντανεύουν και ξαναζωντανεύουν, για να μας αφηγηθούν ότι η Ποίηση δεν είναι μια ωραία κοιμωμένη που αφορά λίγους τρελλούς, ιδιόρρυθμους ή βολεμένους, αλλά είναι, όπως το λέει ο ίδιος: «Μια πράξη περαστική και επίσημη, όπου μπαίνουν ζευγαρωτά και μετρημένα η μοναξιά και η αλληλεγγύη, το αίσθημα και η δράση, η εσωτερικότητα και η αποκάλυψη της Φύσης». Κι ακόμα ότι: «Κάθε τι, ο άνθρωπος και η σκιά του, ο άνθρωπος και η κίνησή του, ο άνθρωπος και η ποίηση του, είναι στηριγμένο σε μια κοινότητα, κάθε φορά και πιο εκτεταμένη, σε μιαν άσκηση που θα συγκροτήσει για πάντα μέσα μας την πραγματικότητα και τα όνειρα». Αυτό ήθελε πάντα ο Νερούδα, γιατί από τη ζωή βγαίνει το δίδαγμα ότι ο ποιητής πρέπει να μάθει από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Κι ότι δεν υπάρχει μοναξιά απόρθητη. Κι ότι όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο ίδιο σημείο: στην ανακοίνωση αυτού που είμαστε.

Ο ίδιος έλεγε: «Είναι ανάγκη να διασχίσεις τη μοναξιά και την τραχύτητα, την ανεπικοινωνία και τη σιωπή, για να φτάσεις στο μαγικό μέρος όπου μπορούμε να χορέψουεμ αδέξια ή να τραγουδήσουμε με μελαγχολία. Αυτόν τον χορό, το τραγούδι της συνείδησης: της συνείδησης να είσαι άνθρωπος και να πιστεύεις στην κοινή μοίρα».

Ο Νερούδα διαφωνούσε με όσους θεωρούσαν τον Ποιητή έναν «μικρό θεό». Έλεγε ότι ο ποιητής δεν έχει μεγαλύτερο εχθρό από την ίδια του την ανικανότητα να συνεννοηθεί με τους πιο παραμελημένους, τους πιο καταπιεσμένους, τους πιο εκμεταλλευμένους από τους σύγχρονούς του κι ότι αυτό ισχύει για όλες τις εποχές και γι αόλη τη γη. Ότι ο ποιητής δεν είναι ταγμένος από καμιά μοίρα ανώτερη από εκείνους που ασκούν άλλα επαγγέλματα.

Ότι ο καλύτερος ποιητής «είναι ο άνθρωπος που μας παραδίδει τον άρτον τον επιούσιον». Ο πλησιέστρεος ψωμάς, που δίνει σχήμα στο αλεύρι, που το χαράζει όμορφα και πρωτότυπα, που το ψήνει όπως αρμόζει και που δεν θεωρεί τον εαυτό του θεό. …. επιτελεί το έργο του, κατά τρόπο μεγαλειώδη και ταπεινό, με μια υποχρέωση ενδόμυχη, έστω κι επαγγελματική, με μια υποχρέωση κοινωνού.

Η υποχρέωση και το καθήκον του ποιητή είναι η προσφορά της πραμάτειας του. Κι αν καταφέρει να απαλλαγεί από σύνδρομα ανωτερότητας ή φιλαυτίας, αν μπορέσει και πετάξει από πάνω του την αποκριάτικη ενδυμασία του μύστη, που επίτηδες του φοράνε οι ισχυροί και απαίδευτοι για να τον απομονώνουν και να τον καθιστούν ακίνδυνο για τα συμφέροντά τους, αν, λέω, καταφέρει να κατακτήσει τη συνείδησή του, τότε θα μπορέσει η απλή αυτή συνείδηση να μεταβληθεί σε «μια κολοσσιαία χειροτεχνία μιας οικοδόμησης απλής και περίπλοκης που είναι η οικοδόμηση της κοινωνίας, η μεταμόρφωση των συνθηκών που περιβάλλουν τον άνθρωπο, η προσφορά της πραμάτειας του: «ψωμί, αλήθεια, κρασί και όνειρα».

Αν ο ποιητής, λέει ο Νερούδα, ενσωματωθεί σ’ αυτόν τον αγώνα που δεν φθάρηκε ποτέ, γιατί καταθέτει ο καθένας στα χέρι ατων άλλων το μερτικό της υποχρέωσής του, την αφιέρωση του εαυτού του, την τρυφεράδα του στην κοινή εργασία, τότε θα πάρει μέρος στον ιδρώτα, στο κρασί, στο όνειρο ολόκληρης της ανθρωπότητας. Μονάχα σ’ αυτόν τον δρόμο, του να είμαστε άνθρωποι κοινοί, θα φτάσουμε ως την αποκατάσταση του απέραντου χώρου της ποίησης, που της τον κουτσουρεύουνε κάθε φορά, που της τον κόβουμε κάθε φορά και εμείς οι ίδιοι».

Αυτή είναι η ουσία της ποίησης του Πάβλο Νερούδα. Αυτή είναι η ουσία της Ποίησης.

Ο Πάβλο Νερούδα γεννήθηκε στο Παρράλ της Νότιας Χιλής· γιος του μηχανοδηγού σε τρένα που μετέφεραν χαλίκι, του δον Χοσέ ντελ Κάρμεν Ρέγιες Μοράλες και της Ρόσα Βασοάλτο ντε Ρέγιες. Το πραγματικό του όνομα ήταν Νεφταλί Ρέγιες Βασοάλτο. Η μάνα του πέθανε τη χρονιά της γέννησής του, το 1904, και ο ίδιος έζησε με τη μητριά του που λάτρεψε και την αποκαλούσε «μα-μάνα».

Από μικρός δημοσίευε ποιήματά του με το όνομα Νεφταλί Ρέγιες. Το 1920 επέλεξε το φιλολογικό ψευδώνυμο Νερούδα, από το όνομα του Τσέχου συγγραφέα Γιάν Νερούδα και το όνομα Πάβλο. Σπούδασε Γαλλική φιλολογία. Διορίστηκε πρόξενος στην Ραγκούν της Βιρμανίας και επίτιμος πρόξενος στο Κολόμπο της Κεϋλάνης και αργότερα το 1933 στο Μπουένος Άϊρες της Αργεντινής. Εκεί γνώρισε και συνδέθηκε στενά με τον ποιητή Φεδρίκο Γαρθία Λόρκα. Το 1935 γίνεται πρόξενος στη μαδρίτη όπου συνδέεται με τους προοδευτικούς ποιητές Αντόνιο Ματσάδο, Μιγέλ Ερνάντεθ και άλλους. Το 1936 όταν ο εμφύλιος πόλεμος μαίνεται, μόλις σκοτώνουν τον Λόρκα στις 19 Αυγούστου, φεύγει για το Παρίσι, όπου μαζί με τον μεγάλο Περουβιανό ποιητή Σέζαρ βαγιέχο ιδρύει την ισπανοαμερικανική ομάδα αλληλεγγύης για την Ισπανία. Μέσα στον εμφύλιο σπαραγμό, στη Βαρκελώνη, τυπώνεται το έργο του «Ισπανία στην καρδιά» σε βιβλίο καμωμένο από τα ματωμένα ρούχα σκοτωμένων Φρανκιστών. Ονομάζεται, το 1939, πρόξενος των Ισπανών εμιγκρέδων στο Παρίσι και μπαρκάρει για τη Χιλή ισπανούς πρόσφυγες για να τους σώσει. (…)

Το 1945 εκλέγεται γερουσιαστής στις βόρειες επαρχίες της Χιλής, Ταραπακά και Αντοφαγάστα. Παίρνει το βραβείο λογοτεχνίας, γίνεται μέλος του Κ.Κ. Χιλής και η δασκάλα του, η μεγάλη Χιλιανή Γαβριέλα Μιστράλ παίρνει το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Το 1947, κυκλοφορεί το έργο του εμπιστευτική επιστολή για να διαβαστεί από εκατομμύρια ανθρώπους», γεγονός που επισύρει σε βάρος του διώξεις. Και το 1948 εκφωνεί στη Γερουσία το «κατηγορώ»του. Καθαιρείται από γερουσιαστής και εκδίδεται ένταλμα σύλληψής του. Κρύβεται και στην παρανομία γράφει το «Κάντο Χενεράλ». Κυνηγημένος, εγκαταλείπει τη Χιλή και ως ορνιθολόγος με γενειάδα, περνάει τη φοβερή Κορδιγιέρα των Άνδεων.

Γράφει, αγωνίζεται, γράφει. Τα…. Μεταφράζεται σ’όλες σχεδόν τις γλώσσες. Μια ζωή αγώνες, ποίηση, πράξη. Μόνος αυτός παίρνει τα βραβεία Λένιν και Νόμπελ και Ζολί Κιουρί. Όμως το μεγαλύτερο βραβείο … που στο στάδιο του Σαντκάγο της Χιλής, ο λαός τον επευφημεί: «Νερούδα, Νερούδα, el pueblo te saluda».

Το 1970 παραιτείται από την υποψηφιότητά του για Πρόεδρος, υπέρ του Σαλαβατόρ Αγιέντε. Εγκαταλείπει τη θέση του πρεσβευτή στο Παρίσι και έρχεται στη χιλή για να βοηθήσει τον Αγιέντε. Στα δύο τελευταία χρόνια, γράφει βιβλία, με τελευταίο το «πΠαρακίνηση σε Νιξον-κτονία. 69 χρόνων, τα χαράματα της 24/9/1973 ενώ φρουρείται από πάνοπλους στρατιώτες της χούντας του Πινοσέτ, σε κατ’οίκον περιορισμό, πεθαίνει κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Λίγο μετά τη δολοφονία του Σαλβατόρ Αγιέντε. Λίγο μετά, το σπίτι του λεηλατήθηκε.

 

Αγαπητοί φίλοι,

Η Γιουνάϊτεντ Φρουτ Comp., η κολοσιαία πολυεθνική φυτικών προϊόντων και μπανάνας, συμφερόντων Η.Π.Α, ελέγχει την Κεντρική Αμερική, την Καραϊβική και μεγάλο μέρος της Νότιας Αμερικής. Ελέγχει το έδαφος, το υπέδαφος, την πολιτική και οικονομική εξουσία. Γι’ αυτό οι χώρες αυτές ονομάστηκαν μπανανίες.

Εταιρείες, όπως η ΙΤΤ, ΙΒΜ, Chicita, χρηματοδότησαν την ανατροπή και τη δολοφονία του Αγιέντε στη Χιλή, την εκλογή της στυγνής δικτατορίας του Πινοσέτ και τις εκατόμβες του πληθυσμού.

Ακόμα στην όμορφη Χιλή κυβερνάει ο απόηχος της δικτατορίας. Αυτή τη δικτατορία, με κοινοβουλευτικό επενδύτη, και τη νεοφιλελεύθερη παιδεία της, τόλμησε να έχει ως πρότυπο η δική μας υπουργός δήθεν παιδείας, κ. Άννα Διαμαντοπούλου.

Αυτού του φυράματος εταιρίες, που δεν είναι τίποτε άλλο από εγκληματικές οργανώσεις, επιχειρούν να επιβάλουν και στη χώρα μας συνθήκες μπανανίας, συνθήκες οικονομικής, κι αν τους αφήσουμε και στρατιωτικής κατοχής. Επιδιώκουν να μετατρέψουν τους πολίτες σε ανδράποδα, τα παιδιά μας σε σκλάβους, τους νόμους σε όργανα στυγνής καταστολής, την πολιτική σε παίγνιο για πλουσίους, το δημοκρατικό πολίτευμα σε τυραννία κοινοβουλευτικού τύπου. Έρχονται άλλοτε ως Αμερικάνοι, άλλοτε ως Γερμανοί, θέλουν να επιβάλουν ανδρείκελα ως παράγοντες κυβερνητικούς, επιδιώκουν να μεταμορφώσουν τη δικαιοσύνη σε μέγαιρα.

Θέλουν να εξαφανίσουν την Εθνική Κυριαρχία της Χώρας και τις θεμελιώδεις αρχές και δικαιώματα του λαού μας. Να καταστρέψουν τη μνήμη, την παράδοση, την παιδεία, την υγεία, την παιδική μας ηλικία, την κοινή συνείδηση. Με λίγα λόγια την Πατρίδα μας.

Όσοι συνεργάζονται άμεσα ή έμμεσα, εν όλω ή εν μέρει, δεν είναι τίποτε άλλο από δωσίλογοι κι έτσι θα καταγραφούν από την Ιστορία.

Έχουμε χρέος να αμυνθούμε. Έχουμε καθήκον να ανατρέψουμε όσους κακουργούν σε βάρος των παιδιών μας, όσους συνεργούν, συνεργάζονται ή απεργάζονται κακά σε βάρος μας. Έχουμε ευθύνη να πολεμήσουμε τη μοχθηρία τους, την απληστία τους, τα συμφέροντά τους και ταυτόχρονα να πολεμήσουεμ τη δική μας άγνοια.

Σήμερα, πιο δυνατά, πρέπει ν’ακούγονται οι φωνές των ποιητών. Πρέπει να σκύψουμε ξανά στην πνευματική και πολιτιστική μας κληρονομιά. Να νιώσουμε περήφανοι κάτω από τα παλιά μας λάβαρα. Και μαζί με αυτά να φτιάξουμε τις καινούργιες δικές μας σημαίες.

Ακούστε τον ίδιο τον Νερούδα, πώς προσδιόρισε την ουσία της ποίησής του, κατά την απονομή του Νομπελ, τρία χρόνια πριν τον θάνατό του:

 

"MERDES" 1

 7 Ιουλίου  2022

"MERDES" 1


"Να φτύνεις τον κεραυνό

που σε σκοτώνει

με μια λέξη"

Βίκτωρ Ουγκώ

Οι μάχες λήγουν το σούρουπο

όταν η τύχη αλλάζει στρατόπεδο

σημαίες ξέπνοες ξεκοιλιάζονται

και ένα αεράκι φυσάει επίτηδες.

Οι νίκες διαλέγουν τους τολμηρούς

διαλέγουν συνήθως τους πλούσιους.

Οι ήττες διαλέγουν ανθρώπους.

Είναι του Λεωνίδα το "μολών λαβέ"

κι εκείνο του Κωνσταντίνου Δραγάση

"Την Πόλιν σοι δούναι ούκ εμόν".

Όμως εκείνο!

Των τελευταίων μελλοθανάτων της Φρουράς

στο Βατερλό

λίγο πριν λιώσουν τα πυροβόλα

τις σάρκες τους.

Η ξαναμμένη βρισιά

ενός άσημου συνταγματάρχη:

"Σκατά"!

Αυτό το "Μerdes"

στα μούτρα των Άγγλων!

["Μικρά Ονόματα", εκδόθηκε από τον Σάμη Γαβριηλίδη).

1. ( γαλλ.) Merdes = Σκατά ( μτφ. =Δεν παραδινόμαστε).

 

25/08/2022

ΣΕ ΧΑΡΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΑ ΚΑΠΟΤΕ

 ΣΕ ΧΑΡΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΑ ΚΑΠΟΤΕ

 

Στα χαρτιά μου, σκόρπια κάποτε, ( που μαζεύτηκαν με την συμβολή της αποφασιστικής φίλης μου Φ. Μ), βρήκα, αίφνης, ένα γράμμα. Ήταν το 2005, όταν είχα στείλει το βιβλίο μου ¨Αμίρ Αγιάντ" (που είχε εκδώσει ο ανεκτίμητος και αδικοχαμένος φίλος, Σάμης Γαβριηλίδης), στον σπουδαίο Αργεντινό ποιητή και ελληνιστή, Οράσιο Καστίγιο.

 

Η απάντησή του συνοδευόταν, προς μεγάλη μου χαρά, από τη μετάφραση στα ισπανικά ενός ποιήματος της συλλογής μου.

Το ποίημα ήταν:

 

"ΤΟ ΑΛΛΟ ΜΟΥ ΧΕΡΙ

 

Όλα στη θέση τους.

Ζώντας υπερασπίζομαι τη ζωή.

Μονάχα ο πόνος.

Το χέρι που έχασα γράφοντας.

 

Ο χρόνος μετράει τους ίσκιους του.

Ο πόνος στο χέρι μου.

 

Και η μετάφραση του Οράσιο Καστίγιο:

 

MI OTRA MANO

 

Todo en su lugar.

Viviendo defiendo la vida.

Solamente el dolor.

La mano que perdi escribiendo.

 

El tiempo cuenta sus sombras.

El dolor en mi mano.

 

Στο τέλος του ενθαρρυντικού γράμματος, λες και δεν ήταν ο σπουδαίος ελληνιστής, ο γνωστός Οράσιο Καστίγιο, με ταπεινότητα έγραψε στα ελληνικά, σε εμένα τον άγνωστο ετούτα τα λόγια :

 

"Αγαπητέ μου φίλε.. Ποιος σου έδωσε το όνομά μου ;"

"

Δεν ξέρω.

Ίσως η βροχερή ημέρα, ίσως που έπεσα πάνω του στο διαδίκτυο , ίσως που από το 2010 έφυγε από τη ζωή, όταν η αγαπημένη του Ελλάδα τεμαχιζόταν από τις λάμες των μνημονίων, ίσως η στενοχώρια που δεν του μίλησα έκτοτε, -μόνο πρόλαβα να τον ευχαριστήσω- ( η ανεπίτρεπτη αμέλεια μου), ίσως όλα ετούτα, με έκαναν να μοιραστώ αυτή την ανάμνηση.

 

Μπορεί να ήταν η ανάγκη να πολεμήσω την παράνοια της Πανδημικής Απάτης, με το μόνο όπλο που μπορώ και χειρίζομαι καλύτερα :

Με την ποίηση.

 

 

Φεβ 14, 2022 12:23:42π.μ.

 

ΑΡΝΗΣΗ

 ΑΡΝΗΣΗ

 

Ο παππούς τις φύτευε στο χωράφι.

Τις έφερνε από το βουνό με τις ρίζες τους

τις έχωνε σταθερά

χωρίς κινήσεις βιαστικές

πατούσε το λάκκο με όλο το βάρος του.

 

Τις πότιζε με τον ιδρώτα του.

Στα τρία χρόνια τις μπόλιαζε.

 

Ποτέ δεν έμαθαν το νερό

διψούσαν μαζί του.

 

Από τις σαράντα οκτώ που φύτεψε

τέσσερις πέθαναν στους καιρούς που πέρασαν.

Σαράντα δύο έχω και καλλιεργώ εγώ.

 

Είναι ακόμα και δύο μικρούλες αγριελιές

που αρνήθηκαν πεισματικά το μπόλι.

 

Και αντιστέκονται μέχρι σήμερα.

 

( Από το βιβλίο : "Εν Καιρώ Πολέμου", από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, Ιανουάριος 2017 , με επιμέλεια του ποιητή Παναγιώτη Κερασίδη).

Φεβ 07, 2022 4:01:49μ.μ.

 

ΠΟΥ ΚΡΥΦΤΗΚΑΝ;

 ΠΟΥ ΚΡΥΦΤΗΚΑΝ;

 

Πού ξοδεύτηκε τόση φωνή;

η οργή μας πού πήγε;

 

Ποια δύναμη

κρούει τα τύμπανα του καιρού;

Ποια σιωπή της απαντάει;

 

Είναι τα ρίγη της μοναξιάς

ο κίτρινος βήχας της θλίψης

η φτώχεια που είναι σκλαβιά

σειρήνα του πολέμου

φωτιά στη ρίζα πορτοκαλιάς.

 

Πώς αναλώθηκε η μεγάλη πορεία;

 

Εκείνες πάλι οι ψυχές

πού στον άνεμο κρύφτηκαν;

 

(Από το βιβλίο : " Εν Καιρώ Πολέμου" , Ιανουάριος 2017, από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης--Πολτοποιημένο κι αυτό δυστυχώς).

Ιαν 28, 2022 3:06:27μ.μ.

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΑΡΧΑΙΟΥ ΣΚΕΛΕΤΟΥ

 ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΑΡΧΑΙΟΥ ΣΚΕΛΕΤΟΥ

 

Το όνομά μου το ξέρετε

είμαι τελείως άγνωστος.

 

Ο τι κι αν ξέρετε

εγώ κατάγομαι από σας

κι εσείς από τα παιδιά μου.

 

Γεννήθηκα σε λήκυθο

το μισό ενός αιώνα

μιας εποχής κάποιου μετάλλου.

 

Η ζωή μου πέρασε

στις πόλεις που θα ζήσετε

μέθυσα με το κρασί που ήπιατε

φύλακας κλέφτης στη γη σας

ναύτης ναυαγός στη δική σας θάλασσα.

Ακίνητος ταξιδευτής

 

Κατήγορος υπερασπιστής

αυτόπτης μάρτυρας αυτών

που θάψατε.

Θύτης και θύμα σας.

Πολίτης στην πατρίδα σας.

 

Με λένε

όπως με λέγαν και αύριο

όπως θα με φωνάζουν και χτες.

 

Προορισμός μου το σύμπαν

ή το τίποτα.

 

Γονείς μου

οι άνθρωποι που θα έρθουν.

 

Τόπος καταγωγής μου

το χώμα.

 

(Από την ποιητική συλλογή "Τόπος Καταγωγής", 2000).

Ιαν 25, 2022 12:22:51μ.μ.

 

ΠΟΡΕΙΑ

 ΠΟΡΕΙΑ

 

Θα ξεκινήσουμε με τραγούδια θανάτου

μέσα από τις άγριες γωνιές της γης μας.

Θα δειπνήσουμε ακούγοντας τις φωνές μας

κάπου μακριά

να μιλάνε στα πεύκα

ενώ αχνά θα ροδίζουν οι παλιές μας ακρογιαλιές.

 

Θα ξαπλώσουμε ξανά στο χορτάρι

να ακούσουμε

τις σβησμένες καρδιές των ποιητών

κάτω από το χώμα της πατρίδας μας

να μιλάνε για χαμένα καλοκαίρια.

 

Θα ανεβούμε τους πράσινους λόφους

να δούμε τους ζωγράφους

να φτιάχνουν ακόμα

με ελεύθερα χρώματα

τα μωρουδιακά μας χαμόγελα.

 

Και το χάραμα θα μας κάνει

να αντικρύσουμε ξανά τα κορίτσια

να φέρνουν στον κόσμο γελώντας

με ήχους παλιούς

τα καινούρια τραγούδια.

 

12/4/ 1978

 

( Από το πρώτο βιβλίο :"ΟΙ Μυγδαλιές του Χειμώνα" εκδάσεις "ΜΑΥΡΙΔΗΣ", Αθήνα 1979).

Ιαν 15, 2022 9:28:48μ.μ.