Ιούλιος 14, 2014
Το κυρίαρχο Δίκαιο
Η
κοινωνία συντίθεται από αντιθέσεις. Το ίδιο και η Ιστορία. Οι αντιθέσεις
παράγουν αντιπαραθέσεις, εκείνες με τη σειρά τους ασίγαστο πόλεμο.
Συστατικό
της οργανωμένης κοινωνίας είναι η αντίθεση και συνεπώς η αντιπαράθεση ανάμεσα
στην οργανωμένη εξουσία και στους πολίτες που διακυβερνώνται από αυτήν. Με
λίγα λόγια, ανάμεσα στον πολίτη και το κράτος.
To
κράτος είναι ένας δυναμικός οργανισμός και η δυναμική του είναι η επιβολή που ασκεί
εντός των γεωγραφικών ορίων του. Προφανώς με τη βία. Άρα το κράτος είναι το
ισοδύναμο της δύναμης και ειδικότερα της δύναμης επιβολής και καταστολής.
Προϋπόθεση
της ύπαρξης και λειτουργίας του κράτους είναι ο Νόμος, το όργανο με βάση το
οποίο επιβάλλει τη θέλησή του και επιχειρεί να τη διαιωνίσει. Με την «πειθώ» ή
με τη βία. Αν επιχειρούσαμε έναν ορισμό, θα λέγαμε ότι το κράτος είναι ο
κοινωνικοπολιτικός οργανισμός, που υφίσταται και λειτουργεί ασκώντας «νόμιμη»
βία.
Ορισμένα
από τα ερωτήματα που τίθενται μέχρι σήμερα από την εποχή τουλάχιστον των
Κυνικών φιλοσόφων κι απ’ ό,τι φαίνεται θα συνεχίσουν να τίθενται, είναι τα
εξής:
Προς
όφελος ποιων υπάρχει και λειτουργεί το κράτος; Όλων ή μήπως ολίγων;
Ποιες
δυνάμεις συγκροτούν το κράτος και ποιος θεσπίζει τους νόμους;
Ποια
συμφέροντα συνδέονται με τη θέσπιση των νόμων;
Ποιους
προστατεύει ο νόμος και από ποιους;
Ποιους
αφορά η παράβαση των νόμων;
Ο
εσωτερικός αυτός πόλεμος που σοβεί μέσα στις κοινωνίες δεν είναι παρά η
ατελεύτητη αντιπαράθεση ανάμεσα στους δυνατούς και τους αδυνάτους. Ο Άγγλος
πολιτικός Ντισραέλι έλεγε ότι μόνο δύο έθνη δεν πρόκειται ποτέ να ειρηνεύσουν
και ασίγαστος πόλεμος ανάμεσά τους θα μαίνεται: το έθνος των πλουσίων και το
έθνος των φτωχών.
Η
αλήθεια αυτού του κυνικού αποφθέγματος αποδεικνύεται αμέσως με μόνη την παρατήρηση
της «συμπεριφοράς» του νόμου απέναντι στους πλούσιους κι εκείνης απέναντι στους
φτωχούς. Αναδεικνύεται, όμως, περισσότερο από τη δυνατότητα παράβασης του
νόμου, που αποτελεί προνόμιο των ισχυρών, σε αντίθεση με τη φτωχότερη μερίδα
του λαού, που κατά κύριο λόγο αποτελεί τους τροφίμους των απανταχού σωφρονιστικών
ιδρυμάτων. Γιατί η παράβαση του Συντάγματος και των νόμων, όταν γίνεται από
τους ισχυρούς ή από το ίδιο το κράτος, ταυτίζεται με την ιδέα προστασίας της
πατρίδας. Ενώ, αντίθετα, η από μέρους των φτωχών παράβαση ισοδυναμεί με «υπονόμευση
των θεμελίων της δημοκρατίας». Με άλλα λόγια, με τη φυσική αμφισβήτηση της
άρχουσας τάξης.
Επομένως,
το δίκαιο ως σύνολο τάχα κανόνων, που προστατεύουν την κοινωνία και τους
πολίτες, είναι προφανώς έννοια ανύπαρκτη. Πλέον δόκιμος θα ήταν ο όρος Κυρίαρχο
Δίκαιο, με άλλα λόγια, το σύνολο των κανόνων συμπεριφοράς, που το κράτος
εξουσιαστικά επιτάσσει, η νομική και επίσημη έκφραση της εκμετάλλευσης και της
κυριαρχίας των ισχυρών πάνω στα λοιπά στρώματα του πληθυσμού.
Αν,
όμως, το δίκαιο είναι, όπως έχει ειπωθεί, η έκφραση της εκμετάλλευσης, αν,
δηλαδή, το δίκαιο είναι το σύνολο των κανόνων με βάση τους οποίους τεκμηριώνεται
η αυθαιρεσία, τότε πώς εξηγείται το φαινόμενο να καταλύεται αυτό, από καιρό σε
καιρό, από τα ίδια τα όργανα της κυρίαρχης τάξης; Την εξήγηση δίνει ο Μανόλης
Λαμπρίδης γράφοντας: «Η εξήγηση βρίσκεται στον ιδεολογικό χαρακτήρα του
δικαίου. Κοντά στη βασική λειτουργία του να εξασφαλίζει τους όρους μέσα στους
οποίους πραγματοποιείται η εκμετάλλευση, έχει και μια άλλη λειτουργία. Να
σκεπάζει, να κρύβει αυτόν τον ταξικά μεροληπτικό ρόλο του, να μοιάζει
απρόσωπο, αμερόληπτο, αταξικό. Ετσι είναι υποχρεωτικό η μορφή του και οι
διατυπώσεις του να είναι γενικές».(1) Κι ακόμα: «Το κράτος
φτιάχνοντας έναν νόμο δεν υποχρεώνει μόνο τους πολίτες να τον σεβαστούν.
«Αυτοπεριορίζεται» και το ίδιο. Αλλά τι ουσιαστικό νόημα μπορεί να έχει αυτή η
κατασκευή τη στιγμή που το κράτος, όταν του χρειαστεί να παραβεί έναν νόμο,
που το ίδιο τον έφτιαξε, μπορεί να τον παραβεί... χωρίς να τον παραβεί, με το
να τον καταργήσει ή να τον τροποποιήσει, αποδεσμευόμενο από την «αυτοδέσμευση».(2)
Κι
αν, τέλος, οι Νόμοι είναι αυτή ακριβώς η έκφραση της εκμετάλλευσης των ισχυρών
σε βάρος των αδυνάτων, υφίσταται υποχρέωση των τελευταίων να τους τηρούν; Η
απάντηση είναι:
Ακολουθώντας
το ένστικτο αυτοσυντήρησης, τους κανόνες της κοινής λογικής, αλλά και τον
κανόνα δράσης και αντίδρασης, τα υφιστάμενα την κρατική αυθαιρεσία αδύνατα
στρώματα του πληθυσμού οφείλουν να μην υπακούουν στους κανόνες που διαλύουν τη
ζωή τους.
Με
λίγα λόγια, οφείλουν να αντιδρούν, να αντιστέκονται, ακόμα και να επαναστατούν.
Αυτό
περιλαμβάνει το άρθρο 120 του Συντάγματος. Αυτό επιβάλλει η ιστορία της
ανθρώπινης περιπέτειας.
1, 2. Μανάβης Λαμπρίδης «Η σύγκρουση με τον νόμο ως
έμπρακτη κριτική του δικαίου και το συναίσθημα ενοχής», Εκδ. Έρασμος