Ιούλιος 28, 2014
Η αμερικανική αυταπάτη
Ενας από τους πλέον εξέχοντες γεωπολιτικούς αναλυτές, ο Χάρολντ
Μακίντερ, θεωρούσε την περιοχή που περιλαμβάνει την Κεντρική Ευρώπη, όλη τη
Σιβηρία και μεγάλο μέρος της κεντρικής Ασίας ως περιοχή μέγιστης στρατηγικής
σημασίας και ως ζωτικό εφαλτήριο για την κυριαρχία στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Εκλαΐκευσε μάλιστα την άποψή του για την περιοχή αυτή με το εξής
απόφθεγμα:
«Εκείνος που κυβερνά την Ανατολική Ευρώπη διοικεί την καρδιά της
ηπείρου. Εκείνος που κυβερνά την καρδιά της ηπείρου διοικεί τον κόσμο - νησί.Εκείνος
που κυβερνά τον κόσμο - νησί διοικεί τον κόσμο».(1)
Μεγάλη, επίσης, σημασία στην ίδια περιοχή αναγνώρισαν και οι
ναζιστές στον αγώνα τους για την παγκόσμια ηγεμονία. Εγινε προσπάθεια, μάλιστα,
να υλοποιηθεί η θεωρία της «ορμής προς ανατολάς» («Drang nach Osten») κι εκεί
στηρίχτηκε και η θεωρία του «αναγκαίου ζωτικού χώρου» («Lebensraum»).(2)
Μετά την ισοπέδωση του ναζισμού, από τις στρατιές του στρατάρχη Γ.
Ζούκοφ, κληρονόμος και καθολικός διάδοχος των πιο πάνω αντιλήψεων έγιναν οι ΗΠΑ,
που κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου προσπάθησαν να υλοποιήσουν τις εν λόγω
θεωρίες σε γεωπολιτικό επίπεδο, υπονομεύοντας ταυτόχρονα και το
κοινωνικοοικονομικό σύστημα της Σοβιετικής Ενωσης και των σοσιαλιστικών κρατών
της Κεντρικής Ευρώπης, που προέκυψαν αμέσως μετά τον πόλεμο. Τα μέσα που
χρησιμοποιήθηκαν ήταν το εμπάργκο, ο εμπορικός αποκλεισμός, ο εξοπλιστικός
ανταγωνισμός, η χολιγουντιανή προπαγάνδα και ο απόλυτος έλεγχος της πολιτικής
ελίτ των χωρών που ανήκαν στο δυτικό μπλοκ.
Μετά την «τούμπα» της Σοβιετικής Ενωσης και τη μετεξέλιξή της σε
Ρωσική Ομοσπονδία, με το πέρασμα όχι μεγάλου χρονικού διαστήματος, η αρχική
ευφορία του δυτικού κόσμου και κυρίως των ΗΠΑ μετατράπηκε σε έντονο
προβληματισμό, καθώς συνειδητοποιούσαν χρόνο με το χρόνο ότι η «κατάρρευση» του
σοβιετικού μοντέλου δεν συνεπέφερε και κατάρρευση της Ρωσίας. Οταν διέκριναν
ότι η Ρωσία δεν διαλύθηκε κι ούτε έγινε ο παρίας της περιοχής, αλλά
ξαναεμφανίστηκε στο προσκήνιο ως υπερδύναμη και ως ισχυρός παγκόσμιος
γεωπολιτικός παίκτης και αντίπαλος πόλος, φτάνοντας να εξαρτήσει το μεγαλύτερο
μέρος της Δυτικής Ευρώπης από το φυσικό της αέριο και από τις πρώτες ύλες που
διαθέτει.
Οι ΗΠΑ βρέθηκαν ενώπιον της διακηρυγμένης από τον Βλαντίμιρ Πούτιν
ανάγκης αποαμερικανοποίησης της Ευρώπης και δημιουργίας μιας νέας ευρασιατικής
αγοράς από τη Λισαβόνα ώς το Βλαδιβοστόκ, με άλλα λόγια, ενός σχεδίου που θα
επιφέρει την κατάρρευση του αντίστοιχου σχεδίου κυριαρχίας των ΗΠΑ στην
Ευρασία. Κι όπως ήταν φυσικό, αντέδρασαν.
Αμέσως (και κυρίως) μετά το φιάσκο τους στη Γεωργία προκάλεσαν τη
μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση που ζούμε σήμερα, με την ελπίδα να πλήξουν τη
Ρωσία και την Κίνα. Το σχέδιο απέτυχε, καθώς οι ΗΠΑ στην ουσία πριόνισαν τα
ίδια τα πόδια του δυτικού κόσμου και τη συνοχή της Ατλαντικής Συμμαχίας, αφού η
κρίση χτυπάει ανεξέλεγκτα το δυτικό κόσμο, χωρίς, μάλιστα, να επιφέρουν σοβαρές
βλάβες στους αντιπάλους της.
Ετσι επέλεξαν ως μόνη λύση τον πόλεμο. Αναγνωρίζοντας, όμως, την
αδυναμία τους να φέρουν εις πέρας έναν τέτοιο μεγάλο πόλεμο και να προκαλέσουν
στρατηγική παράλυση στη Ρωσία, καθώς και το ανύπαρκτο μιας προοπτικής νίκης,
φαίνεται να σχεδίασαν και να υλοποιούν μια γενικευμένη ανάφλεξη στον πλανήτη.
Τη δημιουργία, δηλαδή, εστιών φωτιάς σε διάφορες περιοχές. Με αιχμή το ζήτημα
της Ουκρανίας προσπαθούν να αναφλέξουν ολόκληρη τη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή
και αν μπορέσουν τον Καύκασο (μηδέ της Ελλάδας εξαιρουμένης). Οι φαινομενικά
παράλογες αυτές αναφλέξεις, όπως η παρούσα σφαγή στη Λωρίδα της Γάζας με έμμεσο
αυτουργό το Ισραήλ, εξηγούνται μόνο υπό το πρίσμα της αντιπαράθεσης των δύο
σημερινών μεγάλων δυνάμεων. Οι (αν)εγκέφαλοι της Γουόλ Στριτ και της Ουάσιγκτον
θεωρούν ότι μεταφέροντας τον πόλεμο στο υπογάστριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας και
γενικεύοντάς τον παντού, θα δημιουργήσουν τέτοιο χάος, που ουσιαστικά θα
παραλύσει τη ρωσική αντίδραση.
Η έξαλλη αυτή εξωτερική πολιτική αποδεικνύει γεωπολιτική ανοησία,
καθώς ακόμα και η προβοκάτσια του μαλαισιανού αεροπλάνου και οι κυρώσεις κατά
της Ρωσίας πέφτουν στο κενό και δεν προκαλούν κανέναν ουσιαστικό κραδασμό στην
τελευταία. Απ' ό,τι φαίνεται η προσπάθεια να απομονωθεί η Ρωσία πέφτει στο κενό
και εξελίσσεται σε φιάσκο.
Ενας σοβαρός γεωπολιτικός αναλυτής αναφέρει: «Είναι φανερό ότι η
Ρωσική Ομοσπονδία πλεονεκτεί στη συγκεκριμένη αντιπαράθεση και όταν η ίδια
καθορίζει τις εξελίξεις, αναλαμβάνοντας την πρωτοβουλία των κινήσεων, αλλά και
όταν αναμένει από τους αντιπάλους της να ενεργήσουν πρώτοι για να αντιδράσει
αυτή στη συνέχεια δεόντως. Το φάσμα των διαθέσιμων επιλογών της δεν είναι μόνο
ευρύτερο -συγκρινόμενο με εκείνο των αντιπάλων της- αλλά και πλέον ανώδυνο για
την ίδια».(3)
Ηπρόσφατη εμπορική συμφωνία τριακονταετούς διάρκειας μεταξύ Ρωσίας
και Κίνας, ύψους 400 δισ. δολαρίων, για την προμήθεια της δεύτερης με φυσικό αέριο
από τη Σιβηρία και η τεράστια οικονομική και πολιτική σημασία που αφ' εαυτής
έχει, αποκαλύπτει την αλλαγή του παγκόσμιου συσχετισμού δύναμης. Επίσης, η
πρόταση του Κινέζου προέδρου (κατά τη διάρκεια της Πανασιατικής Διάσκεψης, που
έλαβε χώρα τον περασμένο Μάιο με θέμα την παγκόσμια ασφάλεια) για τη δημιουργία
ενός νέου παγκόσμιου συστήματος ασφάλειας με τη συμμετοχή της Ρωσίας και του
Ιράν, αλλά όχι των ΗΠΑ, αποδεικνύει την αποτυχία των κυρώσεων, που κατά τρόπο
χολιγουντιανό προπαγανδίζουν τηλεοπτικά οι Αμερικανοί.
Στην ουσία οι ΗΠΑ, ακόμα και μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής
Ενωσης, ουδέποτε υπήρξαν μόνοι κυρίαρχοι στον πλανήτη. Με βάση τις τελευταίες
εξελίξεις, φαίνεται να καταρρέει ακόμα και η εντύπωση που είχε δημιουργηθεί στο
νου και των πλέον ευήκοων συμμάχων τους.
Υπό το πρίσμα των ραγδαίων αυτών εξελίξεων η εξωτερική πολιτική
της Ελλάδας φαντάζει παιδαριώδης, εξαρτημένη και επικίνδυνη.
1,2.
Zbigniew Brzezinski Η Μεγάλη Σκακιέρα, εκδ. Λιβάνη
3. Μιχάλης Γουνελάς «Ουκρανική κρίση», περιοδικό Στρατιωτική
Ιστορία, Τεύχος 211