20/03/2022

Όχι πλέον με τη φωνή των άλλων

 Νοέμβριος 13, 2013

Όχι πλέον με τη φωνή των άλλων

 

Ο άνθρωπος εκφράστηκε με τη φωνή του. Με το στόμα ή με το σώμα του. Με γρυλίσματα, ήχους μίμησης, με λέξεις απλές, πιο σύνθετες, με φράσεις, προτάσεις, αργότερα με το λόγο. Τελευταία, υπό το πρίσμα των εκπαιδευτικών συστημάτων, επανήλθε στα γρυλίσματα. Εκφράστηκε με τη φωνή του ίδιος, δηλώνοντας ότι πονάει, πεινάει, λυπάται ή χαίρεται. Ο ίδιος συμφωνεί, διαφωνεί, συνομολογεί, κατηγορεί, διαμαρτύρεται.

Ετσι γινόταν, μέχρι που αποφάσισε να αναθέσει τον εαυτό του σε τρίτους. Οταν πείστηκε ότι όφειλε να εκχωρήσει μέρος του εαυτού του, το σύνολο της ύπαρξής του σε θεσμικούς και εξωθεσμικούς υπερασπιστές του, στη Δικαιοσύνη, σε παπάδες, σε μπράβους. Ο λόγος του έγινε, πλέον αποδεκτός όταν διατυπωνόταν από άλλους και το όνομά του υπήρχε μόνο όταν αυτοί τον προσφωνούσαν.

Ηταν τότε που η εξέλιξη και πιθανώς κάποια προϊστορική εξουσιαστική συνωμοσία επέβαλαν την κοινωνική συμβίωση. Εκτοτε -και μέχρι σήμερα- έχει τη βεβαιότητα ότι υπάρχει μόνο όταν οι άλλοι αναγνωρίζουν την ύπαρξή του. Ακούγεται όταν οι άλλοι μιλούν γι' αυτόν, αισθάνεται δυνατός με τα μπράτσα των άλλων.

Γι' αυτό η απομόνωση είναι η χειρότερη μορφή τιμωρίας. Από τότε νιώθει αδύναμος. Τίμημα της ανθρωποποίησης. Της έμφρονης ανασφάλειας.

Αρχισε σιγά σιγά να εκχωρεί πτυχές του βίου του, ποσοστά της ύπαρξής του σε τρίτους. Κι οι εκδοχείς αυτοί όσο έπαιρναν τόσο ήθελαν. Ανέθεσε τη διαχείριση των αγαθών του στους εκμεταλλευτές του, τους ωραίους φόβους του σε κυνικούς επιστήμονες, την ψυχή του σε παπάδες και μάγους, τη γνήσια μούσα του στους επαγγελματίες της τέχνης. Κι όσο έδινε τόσο έχανε, κι όσο έχανε τόσο κέρδιζαν εκείνοι. Κι η ανάθεση αυτή έγινε τόσο αυτονόητη, που στο τέλος ανέθεσε ακόμη και τη φωνή του στο στόμα τρίτων. Ετσι προέκυψαν οι δικηγόροι.

Το δίκιο του έγινε υπόθεση των ειδικών. Ο λόγος του έγινε απόπειρα επιβίωσης σε ένα πλέγμα ουσιαστικών και δικονομικών νόμων. Εμφοβος, αιχμάλωτος αποφάσεων που λαμβάνονται ερήμην εις βάρος του, βέβαιο θήραμα σε διαθέσεις αρπακτικών.

Δεν αρκεί να έχει δίκιο, πρέπει το δίκιο του να προβλέπεται μέσα στο δαιδαλώδη ιστό, να διεκδικείται με τρόπο προσήκοντα και αυτός να καθορίζεται ρητά από τρίτους. Πρέπει να υπάρχει νόμος για να έχει δίκιο. Επειτα, μπορεί να έχει δίκιο σήμερα και άδικο αύριο, επομένως το δίκιο του είναι συνάρτηση του τρόπου και του χρόνου διεκδίκησής του, αλλιώς είναι ανύπαρκτο στον πραγματικό κόσμο. Και για να υφίσταται στον πραγματικό κόσμο, πρέπει πρώτα να υφίσταται στο νομικό κόσμο.

Με άλλα λόγια, για να έχει δίκιο και για να βρει το δίκιο του οφείλει να αλλάζει διάσταση. Να εγκαταλείπει δηλαδή τον υπαρκτό κόσμο και να διακτινίζεται στην εικονική πραγματικότητα που ονομάζεται νομικός κόσμος και εκεί να μεταμορφώνεται από άνθρωπος σε υποκείμενο δικαίου. Κουβαλώντας μαζί του την υπόθεσή του, που κι αυτή πρέπει να μετατρέπεται σε αντικείμενο δίκης. Τότε, αν εμπρόθεσμα κινηθεί, και δεν υποκύψει η αξίωσή του σε παραγραφή, κι αν είναι τυχερός και δεν σκοντάψει σε δικαστή πιασμένο ή ηλίθιο, τότε μόνο θα αναγνωριστεί το δίκιο του.

Κι όλα αυτά, αλλαγή διάστασης, φυγή, είσοδος στην εικονικότητα είναι αδύνατο να πραγματοποιηθούν χωρίς δικηγόρο. Θα τον έτρωγαν ζωντανό οι αντίδικοι, οι εισαγγελείς, οι δικαστές, οι γραμματείς, οι δικηγόροι του αντιδίκου, το πεινασμένο κοινό.

Μόνο με δικηγόρο. Ετσι θα γλιτώσει. Και δεν θα τον φάνε, το πολύ πολύ να τον φάει ο δικηγόρος του.

Ο άνθρωπος εκφράστηκε με τη φωνή του, που δεν είναι τίποτα άλλο από τον ήχο της σκέψης του. Αυτός ο ήχος καθορίζει ή πρέπει να καθορίζει και τις πράξεις του.

Οφείλει να αναλάβει την ύπαρξή του, με άλλα λόγια τον εαυτό του. Να βάλει στην άκρη τους θεσμικούς και εξωθεσμικούς «υπερασπιστές του».

Κυρίως να πετάξει στα σκουπίδια τις προσφωνήσεις τους. Να αισθανθεί τη δύναμη των δικών του δακτύλων. Ποτέ δεν θα είναι μόνος. Ποτέ δεν είναι μόνοι οι άνθρωποι όταν είναι μαζί.