Νοέμβριος 08, 2013
Η σύγκρουση με τον Νόμο
Ξημερώματα της 7ης Νοεμβρίου 2013 ένστολες δυνάμεις καταστολής,
αφού εκδίωξαν από το κτήριο της ΕΡΤ όσους απολυμένους εργαζομένους είχαν
απομείνει, ανακατέλαβαν τα κτήρια παραδίδοντάς τα μαζί με τον εξοπλισμό στο Kράτος και προσάγοντας εκπροσώπους
των απολυμένων για τα περαιτέρω.
Απομάκρυναν, δηλαδή, άνεργους πλέον πολίτες, που, έχοντας χάσει το
ψωμί τους, εξέφραζαν εδώ και μήνες
πολιτικά την αντίθεσή τους προς τον εξανδραποδισμό τους και
εκδήλωναν τη δυναμική τους απόγνωση.
Με τον τρόπο αυτό η ιδιοκτήτρια της εγχώριας «νομιμότητας», η
σύμπραξη με την επωνυμία «Σαμαράς Βενιζέλος και Σία», κατ’ εντολήν, άλλως σε
αγαστή σύμπνοια με την παρακυβέρνηση των Βρυξελλών και των τοκογλύφων, με την
πραγματική, δηλαδή, κυβέρνηση της χώρας, έπραξε το καθήκον της, επαναφέροντας
την ΕΡΤ από τα χέρια των «παρανόμων» στην αγκαλιά των «νομίμων» εκπροσώπων του
κράτους. Ή μάλλον στα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα που ορέγονται τις κρατικές
συχνότητες, όπως ορέγονται τη δημόσια περιουσία της Ελλάδας, την ενέργεια και
τα ύδατά της κι αυτήν ακόμα την εθνική της κυριαρχία.
Το πολιτικό μόρφωμα που με διάφορες όψεις ελέγχει τη χώρα εδώ και
τρία περίπου χρόνια θεώρησε ότι αφήνοντας ικανό χρονικό διάστημα θα μπορούσε να
προκαλέσει την κούραση των απολυμένων και την εμπέδωση στο κοινό της ανάγκης εφαρμογής και αποκατάστασης της
νομιμότητας. Εφαρμόζοντας την παλαιά μέθοδο της εκλογίκευσης, δηλαδή της διαδικασίας που
αποκρύπτει τα πραγματικά κίνητρα των ιδεών και των πράξεων, υποκαθιστώντας τα
με διάφορες επινοήσεις. Στην καλύτερη εκδοχή, γιατί στη χειρότερη οι
επινοήσεις αυτές ισοδυναμούν με πολιτικές και ενίοτε ποινικές απάτες.
Αυτή η κρατική επέμβαση στις εγκαταστάσεις
και τα κτήρια της ΕΡΤ φέρνει πάλι στο προσκήνιο το ζήτημα της κρατικής
αυθαιρεσίας, της παράβασης των νόμων που
θεσπίζει η εξουσία, από τους ίδιους τους φορείς της εξουσίας.
Ο τρόπος που έλαβε χώρα η κατάργηση της ΕΡΤ, η εκδίωξη των εργαζομένων
προς εξυπηρέτηση των μνημονιακών επιταγών της τρόικας (με την αποδοχή βεβαίως
και των εγχώριων ισχυρών παραγόντων), συνιστά κατάφωρη παραβίαση του
Συντάγματος, των νόμων και των
διεθνών συμβάσεων. Οι δε μεθοδεύσεις που χρησιμοποιήθηκαν, με την επίφαση της
νομιμότητας, αποτελούν μνημεία παρανομίας.
Θα μπορούσε κάποιος να θέσει το ακόλουθο εύλογο ερώτημα: αφού «το
Δίκαιο δεν είναι παρά το σύνολο των κανόνων συμπεριφοράς που το κράτος εξουσιαστικά
επιτάσσει προς θεμελίωση της νόμιμης και επίσημης έκφρασης της εκμετάλλευσης
μίας τάξης πάνω στα λοιπά στρώματα του πληθυσμού» (Μ. Λαμπρίδης στο έργο του
«Η σύγκρουση με τον νόμο ως
έμπρακτη κριτική του δικαίου και το συναίσθημα
ενοχής» εκδόσεις Έρασμος), τότε γιατί η εξουσία παραβιάζει τη δική της νομιμότητα;
Η απάντηση εξάγεται από τον ίδιο τον ανωτέρω ορισμό του Δικαίου.
Με άλλα λόγια όσο το σύνολο των κανόνων αυτών εξυπηρετεί τα συμφέροντα των
ισχυρών, τότε το κράτος εγγυάται και επιβάλλει τη συγκεκριμένη «νομιμότητα».
Οταν, όμως, η εξουσία κρίνει ότι αυτή η «νομιμότητα» δεν εξυπηρετεί, πλέον, τη
μορφή εκμετάλλευσης που επιλέγει, τότε την αντικαθιστά με μια άλλη
«νομιμότητα», που εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντά της.
Ετσι εξηγείται η αντιπάθεια των ανθρώπων προς το «νόμο». Είναι ο ίδιος ο χαρακτήρας των διατάξεων, που εξασφαλίζουν συνήθως τα συμφέροντα των
ισχυρών και η «νόμιμη» βία, που το κράτος ασκεί μονοπωλιακά, που προκαλούν την
ενστικτώδη εχθρότητα προς το «νόμο» και κατά
συνέπεια την αντίσταση κατά της εικονικής αυτής
νομιμότητας που θεσπίζεται προς τυραννία των αδυνάτων.
Αυτή η διαχρονική σύγκρουση, που οι ισχυροί την ονομάζουν πάντα
«παρανομία» ή «παραβατικότητα», είναι η φυσική αντίσταση κατά της εκμετάλλευσης και ταυτόχρονα η πιο κορυφαία έμπρακτη
κριτική του εκάστοτε ισχύοντος δικαίου.