20/03/2022

Η σύγκρουση με τον Νόμο

 Νοέμβριος 08, 2013

Η σύγκρουση με τον Νόμο

 

Ξημερώματα της 7ης Νοεμβρίου 2013 ένστολες δυνάμεις καταστολής, αφού εκδίωξαν από το κτήριο της ΕΡΤ όσους απολυμένους εργαζομένους είχαν απομείνει, ανακατέλαβαν τα κτήρια παραδίδοντάς τα μαζί με τον εξοπλισμό στο Kράτος και προσάγοντας εκπροσώπους των α­πολυμένων για τα περαιτέρω.

Απομάκρυναν, δηλαδή, άνεργους πλέον πολίτες, που, έχοντας χάσει το ψωμί τους, εξέφραζαν εδώ και μήνες πολιτικά την αντίθεσή τους προς τον εξανδραποδισμό τους και εκδήλωναν τη δυναμική τους απόγνωση.

Με τον τρόπο αυτό η ιδιοκτήτρια της εγχώριας «νομιμότητας», η σύμπραξη με την επωνυμία «Σαμαράς Βενιζέλος και Σία», κατ’ εντολήν, άλλως σε αγα­στή σύμπνοια με την παρακυβέρνηση των Βρυξελλών και των τοκογλύφων, με την πραγματική, δηλαδή, κυβέρνη­ση της χώρας, έπραξε το καθήκον της, επαναφέροντας την ΕΡΤ από τα χέρια των «παρανόμων» στην αγκαλιά των «νομίμων» εκπροσώπων του κράτους. Ή μάλλον στα μεγάλα ιδιωτικά συμφέ­ροντα που ορέγονται τις κρατικές συχνότητες, όπως ορέγονται τη δημόσια περιουσία της Ελλάδας, την ενέργεια και τα ύδατά της κι αυτήν ακόμα την ε­θνική της κυριαρχία.

Το πολιτικό μόρφωμα που με διάφορες όψεις ελέγχει τη χώρα εδώ και τρία περίπου χρόνια θεώρησε ότι αφήνοντας ικανό χρονικό διάστημα θα μπορούσε να προκαλέσει την κούρα­ση των απολυμένων και την εμπέδω­ση στο κοινό της ανάγκης εφαρμογής και αποκατάστασης της νομιμότητας. Εφαρμόζοντας την παλαιά μέθοδο της εκλογίκευσης, δηλαδή της διαδικασίας που αποκρύπτει τα πραγματικά κίνη­τρα των ιδεών και των πράξεων, υποκαθιστώντας τα με διάφορες επινοή­σεις. Στην καλύτερη εκδοχή, γιατί στη χειρότερη οι επινοήσεις αυτές ισοδυναμούν με πολιτικές και ενίοτε ποινικές απάτες.

Αυτή η κρατική επέμβαση στις εγκαταστάσεις και τα κτήρια της ΕΡΤ φέρνει πάλι στο προσκήνιο το ζήτημα της κρατικής αυθαιρεσίας, της παράβασης των νόμων που θεσπίζει η εξουσία, α­πό τους ίδιους τους φορείς της εξουσίας.

Ο τρόπος που έλαβε χώρα η κατάρ­γηση της ΕΡΤ, η εκδίωξη των ερ­γαζομένων προς εξυπηρέτηση των μνημονιακών επιταγών της τρόικας (με την αποδοχή βεβαίως και των εγχώ­ριων ισχυρών παραγόντων), συνιστά κατάφωρη παραβίαση του Συντάγματος, των νόμων και των διεθνών συμ­βάσεων. Οι δε μεθοδεύσεις που χρησιμοποιήθηκαν, με την επίφαση της νομιμότητας, αποτελούν μνημεία παρανομίας.

Θα μπορούσε κάποιος να θέσει το α­κόλουθο εύλογο ερώτημα: αφού «το Δίκαιο δεν είναι παρά το σύνολο των κανόνων συμπεριφοράς που το κράτος εξουσιαστικά επιτάσσει προς θεμελίωση της νόμιμης και επίσημης έκφρασης της εκμετάλλευσης μίας τάξης πάνω στα λοιπά στρώματα του πληθυ­σμού» (Μ. Λαμπρίδης στο έργο του «Η σύγκρουση με τον νόμο ως έμπρακτη κριτική του δικαίου και το συναίσθημα ενοχής» εκδόσεις Έρασμος), τότε γιατί η εξουσία παραβιάζει τη δική της νομι­μότητα;

Η απάντηση εξάγεται από τον ίδιο τον ανωτέρω ορισμό του Δικαίου. Με άλλα λόγια όσο το σύνολο των κα­νόνων αυτών εξυπηρετεί τα συμφέρο­ντα των ισχυρών, τότε το κράτος εγγυάται και επιβάλλει τη συγκεκριμένη «νομιμότητα». Οταν, όμως, η εξουσία κρίνει ότι αυτή η «νομιμότητα» δεν ε­ξυπηρετεί, πλέον, τη μορφή εκμετάλ­λευσης που επιλέγει, τότε την αντικα­θιστά με μια άλλη «νομιμότητα», που εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντά της.

Ετσι εξηγείται η αντιπάθεια των αν­θρώπων προς το «νόμο». Είναι ο ίδιος ο χαρακτήρας των διατάξεων, που εξασφαλίζουν συνήθως τα συμ­φέροντα των ισχυρών και η «νόμιμη» βία, που το κράτος ασκεί μονοπωλιακά, που προκαλούν την ενστικτώ­δη εχθρότητα προς το «νόμο» και κατά συνέπεια την αντίσταση κατά της εικονικής αυτής νομιμότητας που θε­σπίζεται προς τυραννία των αδυνά­των.

Αυτή η διαχρονική σύγκρουση, που οι ισχυροί την ονομάζουν πάντα «πα­ρανομία» ή «παραβατικότητα», είναι η φυσική αντίσταση κατά της εκμετάλλευσης και ταυτόχρονα η πιο κορυ­φαία έμπρακτη κριτική του εκάστοτε ισχύοντος δικαίου.