06/04/2022

Ο ΠΡΩΤΟΣ "ΑΝΤΙΠΑΛΟΣ"

 Ο ΠΡΩΤΟΣ "ΑΝΤΙΠΑΛΟΣ"


(Στον Βάσο)


Η μεγαλύτερη αγωνία ενός νέου δικηγόρου είναι η πρώτη δίκη, ο πρώτος δικηγόρος αντίπαλος. Η πρώτη συνάντηση με τον αντίδικο στην αίθουσα του δικαστηρίου, στο πεδίο της Μάχης. Οι πρώτες στιγμές είναι το βάπτισμα του πυρός που ποτέ δεν ξεχνάς.


Έτσι κι εγώ ποτέ δεν ξέχασα τον πρώτο μου "αντίπαλο". Ένας δυναμικός, ευγενής δικηγόρος με κινήσεις λιτές με εμφανή κουλτούρα. Όχι στείρος νομοχαμάλης. Επιεικής στην εμφανή απειρία μου. Η συνήχηση ανάμεσα στο όνομα και το επίθετο του , δημιουργεί έκρηξη! Βάσος Βόμβας. Μάχιμος, αιώνιος λάτρης της τέχνης και ιδίως της λογοτεχνίας, και παντοτινός υπερασπιστής.


Ούτε ο ίδιος ούτε το όμορφο φύλο μπορούν να παραπονούνται από την δια βίου συνύπαρξη τους. Τίμησε ο Βάσος την ομορφιά της γυναίκας και εκείνη..του ανταπέδωσε την τιμή...(μεταξύ μας ακόμα τον τιμά η ωραία κυρία, κι ας το αρνείται με το πονηρό του χαμόγελο)..


Με τα χρόνια γνωριστήκαμε και με βράβευσε με τη φιλία του. Να σημειωθεί πως στο γραφείο του "κανταροχτυπιούνται "τα νομικά βιβλία και η λογοτεχνία. Από τους δικηγόρους που πλέον σπανίζουν. Νομικός μπορείς, αλλά δικηγόρος δεν είσαι μόνο με συλλογές νόμων, χωρίς γενική παιδεία. Δικηγόρος δεν λέγεσαι μέσα από τον υπολογιστή. Να τελειώνει το παραμύθι!


Θυμάμαι κάποτε, στο πατάρι του βιβλιοπωλείου "Πατάκης", που ήταν το στέκι μας. Κάθε μεσημέρι, ο Βάσος, ο Κώστας, ο Σπύρος, Ο Γιώργος (τα επίθετα τους, για ευνόητους λόγους παραλειπόμενα, είναι στη διάθεση της σύνταξης...), ο γράφων και άλλοι, ανεβοκατέβαζαν κυβερνήσεις, κατακτούσαν χώρες και... γυναίκες, αποκαθήλωναν και ενθρόνιζαν ποιητές! Έτσι περνούσαν οι ώρες σε βάρος των αμοιβών μας, πλην ενός που το λάτρευε λίγο το έρμο το χρήμα.


Θυμάμαι λέω και ξεχάστηκα! Θυμάμαι, λοιπόν, ένα μεσημέρι καθόμουν αναπαυτικά συζητώντας με μια κυρία πολύ όμορφη, που αγαπούσε, δυστυχώς,τα ποιήματά μου περισσότερο από εμένα, όταν τη σκάλα του παταριού ανέβηκε ο Βάσος. Πλησίασε, χαιρέτησε με ευγένεια και κάθισε, προς έκπληξη μου, στο διπλανό τραπέζι. Εγώ συνέχισα την κουβέντα και κάποια στιγμή ένιωσα άβολα με τον Βάσο στην πλάτη μου. Γύρισα, λοιπόν, και τον κάλεσα στο τραπέζι μας. Δίστασε λίγο αλλά ήρθε. Κάθισε αργά, χαιρέτησε την όμορφη κυρία, και γυρνώντας σε μένα, τάχα αυστηρά, μου πέταξε:

"Γιατί μου το έκανες αυτό;"

"Τι έκανα;"

"Με φώναξες κι έχασα τη χαρά να παρατηρώ και να θαυμάζω την κυρία από μακριά, χωρίς εκείνη να το ξέρει"!

Αυτό το "από μακριά", κάποιες φορές είναι η πιο κοντινή απόσταση!


Αυτή είναι μια ματιά μόνο για τον Βάσο, που εξέδωσε το υπέροχο βιβλίο του "Αναμνησιολογία"( Η διαδρομή μια ζωής) εκδ.muthos. Τον Βάσο, γιο του ποιητή Γιάννη Αλύτη ( κατά κόσμον Γιαννακού Βόμβα), του σημαντικού μα παραγνωρισμένου στην Ελλάδα υπερρεαλιστή, καθώς εδώ κολλάμε σε δυο τρεις "μεγάλους" και τελειώνουμε με την ρημάδα την ποίηση.


Μας άφησε υπέροχα περιστατικά της δικηγορικής του στιλπνότητας. Επέλεξα δυο αξεπέραστα!

1) όταν" απείλησε" κάποιον καραβανά των τεθωρακισμένων, που χρωστούσε και δεν πλήρωνε τον πελάτη του από δυστροπία, (και τον ανάγκασε να εξοφλήσει), ότι θα κάνει κατάσχεση σε ένα από τα τανκς της ίλης του! και

2) όταν έδωσε λύση σε δίλημμα κυρίας που αρνιόταν να καταθέσει ως βασική μάρτυς σε οικογενειακή υπόθεση, επειδή, λέει, ήταν αμαρτία γιατί είχε "περίοδο".

"Ακούστε, της είπε, θα βάλετε το χέρι σας στο Ευαγγέλιο, αλλά δεν θα το ακουμπήσετε. Έτσι στον αέρα σαν χάδι".


Θα τελειώσω με ένα άψογο ποίημα του πατέρα του, του Γιάννη Αλύτη.


"Εκεί στην αλλότροπη ζωή του ουρανού

Ας σταματήσουν οι λυγμοί των αγγέλων

Αίνιγμα επίμονο, θυμοειδές αστροποβόλημα

Που μίσεψες στους ατέρμονες ασφοδελούς

Της Αχερουσίας.


Και με τους τελευταίους στίχους του μεγάλου Φεδερίκο Γκαρθία Λορκα, από το ποίημα "Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσες Μεχίας", που τόσο αγαπά ο φίλος μου:


"Vete, duerme, vuela, reposa!

Tambien se muere el mar!


( Πήγαινε, κοιμήσου, πέταξε, ξεκουράσου!

Ακόμα κι η θάλασσα πεθαίνει!


Φίλε Βάσο δεν τελειώσαμε! (κι αυτό είναι απειλή!).

Απρ 05, 2021 1:00:39μ.μ.